όροφος
[ˈorofo]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
этаж, этажность
floor, storey · ο τρίτος όροφος — третий этаж
2
небо (поэтический стиль)
sky, firmament (poetic) · κάτω από τον όροφο — под небом
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο όροφος
вин.
τον όροφο
род.
του ορόφου
зват.
όροφε
Мн. ч.
им.
οι όροφοι
вин.
τους ορόφους
род.
των ορόφων
зват.
όροφοι
Примеры
Ζω στον δεύτερο όροφο του κτιρίου.
Я живу на втором этаже дома. · I live on the second floor of the building.
Το γραφείο είναι στον πέμπτο όροφο.
Офис находится на пятом этаже. · The office is on the fifth floor.
Οι όροφοι της πολυκατοικίας είναι διαφορετικοί.
Этажи многоквартирного дома разные. · The storeys of the apartment building are different.
Ανέβηκα τρεις ορόφους με τα σκαλιά.
Я поднялся на три этажа по лестнице. · I climbed three floors by the stairs.