όμηρος
[ˈomiros]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
заложник
hostage · πάρτε όμηρο — взять заложника
2
залог, гарантия
pledge, security, guarantee · όμηρος της ειρήνης — залог мира
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο όμηρος
вин.
τον όμηρο
род.
του ομήρου
зват.
όμηρε
Мн. ч.
им.
οι όμηροι
вин.
τους ομήρους
род.
των ομήρων
зват.
όμηροι
Примеры
Οι στρατιώτες πήραν ομήρους από την πόλη.
Солдаты взяли заложников из города. · The soldiers took hostages from the city.
Ο όμηρος της συμφωνίας ήταν η εχθρική αποχώρηση.
Залогом соглашения было вражеское отступление. · The guarantee of the agreement was the enemy's withdrawal.
Απελευθέρωσαν τον όμηρο μετά τις διαπραγματεύσεις.
Они освободили заложника после переговоров. · They released the hostage after the negotiations.