Греческий словарь
с грамматикой

ωφελώ

[ofeˈlo]глаголB1

Значения

1
помогать, приносить пользу
to help, to benefit, to be of use · Αυτό ωφελεί πολύ. — Это очень помогает.
2
иметь пользу, помогать (кому-то)
to be useful to, to profit · Ωφελεί τον άρρωστο. — Это помогает больному.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ωφελώ
εσύ
ωφελείς
αυτός
ωφελεί
εμείς
ωφελούμε
εσείς
ωφελείτε
αυτοί
ωφελούν
Аорист
εγώ
ώφελησα
εσύ
ώφελησες
αυτός
ώφελησε
εμείς
ωφελήσαμε
εσείς
ωφελήσατε
αυτοί
ώφελησαν
Будущее
εγώ
θα ωφελήσω
εσύ
θα ωφελήσεις
αυτός
θα ωφελήσει
εμείς
θα ωφελήσουμε
εσείς
θα ωφελήσετε
αυτοί
θα ωφελήσουν

Примеры

Αυτά τα φάρμακα θα σε ωφελήσουν πολύ.
Эти лекарства очень тебе помогут. · These medicines will help you a lot.
Η γυμναστική ωφελεί την υγεία μας.
Физические упражнения благотворно влияют на наше здоровье. · Exercise benefits our health.
Δεν νομίζω ότι αυτό θα ωφελήσει κάτι.
Я не думаю, что это что-то поможет. · I don't think this will be of any use.
Ωφελήθηκε πολύ από αυτήν την εμπειρία.
Он многому научился из этого опыта. · He benefited greatly from that experience.