Греческий словарь
с грамматикой

ωριμάζω

[orimˈazo]глаголB1

Значения

1
созревать, становиться спелым (о фруктах, зерне)
to ripen, to mature (of fruit, grain) · τα μήλα ωριμάζουν — яблоки созревают
2
развиваться, взрослеть (о человеке, идее, плане)
to develop, to mature (of a person, idea, plan) · η ιδέα ωριμάζει — идея развивается

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ωριμάζω
εσύ
ωριμάζεις
αυτός
ωριμάζει
εμείς
ωριμάζουμε
εσείς
ωριμάζετε
αυτοί
ωριμάζουν
Аорист
εγώ
ωρίμασα
εσύ
ωρίμασες
αυτός
ωρίμασε
εμείς
ωριμάσαμε
εσείς
ωριμάσατε
αυτοί
ωρίμασαν
Будущее
εγώ
θα ωριμάσω
εσύ
θα ωριμάσεις
αυτός
θα ωριμάσει
εμείς
θα ωριμάσουμε
εσείς
θα ωριμάσετε
αυτοί
θα ωριμάσουν

Примеры

Τα σταφύλια ωριμάζουν τον Σεπτέμβριο.
Виноград созревает в сентябре. · The grapes ripen in September.
Οι νέοι ωριμάζουν καθώς μεγαλώνουν.
Молодые люди взрослеют, когда растут. · Young people mature as they grow.
Η ιδέα του έχει ωριμάσει τελείως.
Его идея полностью развилась. · His idea has fully developed.
Όταν ωρίμασαν τα μήλα, τα μαζέψαμε.
Когда яблоки созрели, мы их собрали. · When the apples ripened, we picked them.