Греческий словарь
с грамматикой

ωκεανός

[okeaˈnos]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
океан
ocean · ο ωκεανός είναι πολύ μεγάλος — океан очень большой

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο ωκεανός
вин.
τον ωκεανό
род.
του ωκεανού
зват.
ωκεανέ
Мн. ч.
им.
οι ωκεανοί
вин.
τους ωκεανούς
род.
των ωκεανών
зват.
ωκεανοί

Примеры

Ο Ατλαντικός ωκεανός χωρίζει την Ευρώπη από την Αμερική.
Атлантический океан отделяет Европу от Америки. · The Atlantic Ocean separates Europe from America.
Πολλά ψάρια ζουν στον ωκεανό.
Много рыб живут в океане. · Many fish live in the ocean.
Οι ωκεανοί καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της Γης.
Океаны покрывают большую часть Земли. · Oceans cover most of the Earth.