Греческий словарь
с грамматикой

ωθώ

[oˈθo]глаголB1

Значения

1
толкать, пихать
to push, to shove · ώθησε την πόρτα — он толкнул дверь
2
подстрекать, побуждать
to urge, to incite · ώθησε τον φίλο του να φύγει — он побудил друга уехать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ωθώ
εσύ
ωθείς
αυτός
ωθεί
εμείς
ωθούμε
εσείς
ωθείτε
αυτοί
ωθούν
Аорист
εγώ
ώθησα
εσύ
ώθησες
αυτός
ώθησε
εμείς
ωθήσαμε
εσείς
ωθήσατε
αυτοί
ώθησαν
Будущее
εγώ
θα ωθήσω
εσύ
θα ωθήσεις
αυτός
θα ωθήσει
εμείς
θα ωθήσουμε
εσείς
θα ωθήσετε
αυτοί
θα ωθήσουν

Примеры

Ώθησε το αγόρι μακριά από το νερό.
Она толкнула мальчика подальше от воды. · She pushed the boy away from the water.
Ωθούν την πόρτα με δύναμη.
Они толкают дверь с силой. · They are pushing the door hard.
Το όχημα ωθείται προς τα εμπρός.
Машину толкают вперёд. · The vehicle is being pushed forward.
Θα ωθήσουμε το κουτί στη γωνία.
Мы толкнём ящик в угол. · We will push the box to the corner.