Греческий словарь
с грамматикой

ψυχρώ

[psiˈxro]глаголB2

Значения

1
охлаждать, делать холодным
to cool, to make cold · ψυχρώνω το νερό — охлаждаю воду
2
охлаждать (отношения, атмосферу)
to cool (relations, atmosphere) · ψυχρώνει η σχέση — отношения охлаждаются

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ψυχρώνω
εσύ
ψυχρώνεις
αυτός
ψυχρώνει
εμείς
ψυχρώνουμε
εσείς
ψυχρώνετε
αυτοί
ψυχρώνουν
Аорист
εγώ
ψύχρωσα
εσύ
ψύχρωσες
αυτός
ψύχρωσε
εμείς
ψυχρώσαμε
εσείς
ψυχρώσατε
αυτοί
ψύχρωσαν
Будущее
εγώ
θα ψυχρώσω
εσύ
θα ψυχρώσεις
αυτός
θα ψυχρώσει
εμείς
θα ψυχρώσουμε
εσείς
θα ψυχρώσετε
αυτοί
θα ψυχρώσουν

Примеры

Ψύχρωσε το κρασί στο ψυγείο.
Он охладил вино в холодильнике. · He cooled the wine in the fridge.
Τα πολιτικά τους σχόλια ψυχρώνουν τη συζήτηση.
Их политические комментарии охлаждают беседу. · Their political remarks chill the conversation.
Η θερμοκρασία ψυχρώνει κάθε μέρα περισσότερο.
Температура становится всё холоднее каждый день. · The temperature gets colder every day.
Θα ψυχρώσουμε τα ποτά για το πάρτι.
Мы охладим напитки к вечеринке. · We'll chill the drinks for the party.