ψυχολόγος
[psiχoˈloɣos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
психолог
psychologist · ο ψυχολόγος βοηθάει τους ανθρώπους — психолог помогает людям
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ψυχολόγος
вин.
τον ψυχολόγο
род.
του ψυχολόγου
зват.
ψυχολόγε
Мн. ч.
им.
οι ψυχολόγοι
вин.
τους ψυχολόγους
род.
των ψυχολόγων
зват.
ψυχολόγοι
Примеры
Ο ψυχολόγος εργάζεται σε ένα νοσοκομείο.
Психолог работает в больнице. · The psychologist works in a hospital.
Συναντώ τον ψυχολόγό μου κάθε εβδομάδα.
Я встречаюсь со своим психологом каждую неделю. · I see my psychologist every week.
Οι ψυχολόγοι μελετούν τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Психологи изучают поведение людей. · Psychologists study human behavior.
Χρειάζομαι συμβουλές από έναν ψυχολόγο.
Мне нужен совет психолога. · I need advice from a psychologist.