ψυχοθεραπεία
[psixoθerapˈia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
психотерапия
psychotherapy · θεραπεία για ψυχικά προβλήματα — лечение психических проблем
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ψυχοθεραπεία
вин.
την ψυχοθεραπεία
род.
της ψυχοθεραπείας
зват.
ψυχοθεραπεία
Мн. ч.
им.
οι ψυχοθεραπείες
вин.
τις ψυχοθεραπείες
род.
των ψυχοθεραπειών
зват.
ψυχοθεραπείες
Примеры
Η ψυχοθεραπεία με βοήθησε πολύ να κατανοήσω τα προβλήματά μου.
Психотерапия мне очень помогла разобраться в моих проблемах. · Psychotherapy helped me a lot to understand my problems.
Πήγε σε ένα ψυχολόγο για ψυχοθεραπεία κατά την διάρκεια της κρίσης.
Она пошла к психологу на психотерапию во время кризиса. · She went to a psychologist for psychotherapy during the crisis.
Η ψυχοθεραπεία είναι αποτελεσματική για άγχος και κατάθλιψη.
Психотерапия эффективна при тревожности и депрессии. · Psychotherapy is effective for anxiety and depression.