ψυχιατρικός
[psixiaˈtrikos]прилагательноеB2
Значения
1
психиатрический, относящийся к психиатрии
psychiatric, relating to psychiatry · ψυχιατρική κλινική — психиатрическое отделение
Грамматика
мужской род
им.
ψυχιατρικός
вин.
ψυχιατρικό
род.
ψυχιατρικού
зват.
ψυχιατρικέ
женский род
им.
ψυχιατρική
вин.
ψυχιατρική
род.
ψυχιατρικής
зват.
ψυχιατρική
средний род
им.
ψυχιατρικό
вин.
ψυχιατρικό
род.
ψυχιατρικού
зват.
ψυχιατρικό
Примеры
Πήγε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο για εξέταση.
Он пошёл в психиатрическую больницу на осмотр. · He went to the psychiatric hospital for examination.
Ο ψυχιατρικός γιατρός τον συμβούλευσε να χαλαρώσει.
Психиатр посоветовал ему расслабиться. · The psychiatrist advised him to relax.
Η ψυχιατρική θεραπεία βοήθησε πολλά στην ανάρρωσή του.
Психиатрическое лечение намного помогло его выздоровлению. · Psychiatric treatment helped greatly in his recovery.