Греческий словарь
с грамматикой

ψιθυρίζω

[psiθiˈrizo]глаголB1

Значения

1
шептать, говорить шепотом
whisper, speak in a low voice · ψιθυρίζει στο αυτί του — шепчет ему на ухо
2
распространять слухи, говорить шёпотом о ком-либо
gossip, spread rumours about someone · ψιθυρίζουν για αυτόν — сплетничают о нём

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ψιθυρίζω
εσύ
ψιθυρίζεις
αυτός
ψιθυρίζει
εμείς
ψιθυρίζουμε
εσείς
ψιθυρίζετε
αυτοί
ψιθυρίζουν
Аорист
εγώ
ψιθύρισα
εσύ
ψιθύρισες
αυτός
ψιθύρισε
εμείς
ψιθυρίσαμε
εσείς
ψιθυρίσατε
αυτοί
ψιθύρισαν
Будущее
εγώ
θα ψιθυρίσω
εσύ
θα ψιθυρίσεις
αυτός
θα ψιθυρίσει
εμείς
θα ψιθυρίσουμε
εσείς
θα ψιθυρίσετε
αυτοί
θα ψιθυρίσουν

Примеры

Ψιθύρισαν κάτι στον σύντροφό τους.
Они что-то прошептали своему спутнику. · They whispered something to their companion.
Οι γείτονες ψιθυρίζουν για το διαζύγιό του.
Соседи сплетничают о его разводе. · The neighbours are gossiping about his divorce.
Ψιθυρίζει στο αυτί του παιδιού ένα μυστικό.
Она шепчет ребёнку в ухо тайну. · She whispers a secret in the child's ear.
Μην ψιθυρίζεις για τους άλλους.
Не сплетничай о других. · Don't gossip about others.