Греческий словарь
с грамматикой

ψεύδω

[ˈpseˠ.ðo]глаголA2

Значения

1
лгать, говорить неправду
to lie, to tell an untruth · ψεύδεται για το χρήμα — лжёт о деньгах
2
обманывать, вводить в заблуждение
to deceive, to mislead · με ψεύδει με τις υποσχέσεις — обманывает меня обещаниями

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ψεύδω
εσύ
ψεύδεις
αυτός
ψεύδει
εμείς
ψεύδουμε
εσείς
ψεύδετε
αυτοί
ψεύδουν
Аорист
εγώ
έψευσα
εσύ
έψευσες
αυτός
έψευσε
εμείς
ψεύσαμε
εσείς
ψεύσατε
αυτοί
έψευσαν
Будущее
εγώ
θα ψεύσω
εσύ
θα ψεύσεις
αυτός
θα ψεύσει
εμείς
θα ψεύσουμε
εσείς
θα ψεύσετε
αυτοί
θα ψεύσουν

Примеры

Δεν του ψεύδεται γιατί τον σέβεται.
Он ему не лжёт, потому что его уважает. · He doesn't lie to him because he respects him.
Έψευσε για την ηλικία του στο έντυπο.
Он соврал о своём возрасте в анкете. · He lied about his age on the form.
Θα ψεύσουν για το αποτέλεσμα της εξέτασης;
Они будут врать о результатах экзамена? · Will they lie about the exam results?
Ψεύδοντας συνεχώς, έχασε την εμπιστοσύνη της οικογένειας.
Постоянно лгая, он потерял доверие семьи. · By constantly lying, he lost his family's trust.