ψεκάζω
[pseˈkazo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
опрыскивать, брызгать
to spray, to sprinkle · ψεκάζω νερό στα φυτά — опрыскиваю растения водой
2
разбрызгивать (жидкость)
to spatter, to splash · ψεκάζει δυσάρεστη μυρωδιά — распыляет неприятный запах
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ψεκάζω
εσύ
ψεκάζεις
αυτός
ψεκάζει
εμείς
ψεκάζουμε
εσείς
ψεκάζετε
αυτοί
ψεκάζουν
Аорист
εγώ
ψέκασα
εσύ
ψέκασες
αυτός
ψέκασε
εμείς
ψεκάσαμε
εσείς
ψεκάσατε
αυτοί
ψέκασαν
Будущее
εγώ
θα ψεκάσω
εσύ
θα ψεκάσεις
αυτός
θα ψεκάσει
εμείς
θα ψεκάσουμε
εσείς
θα ψεκάσετε
αυτοί
θα ψεκάσουν
Примеры
Κάθε πρωί ψεκάζω τα λουλούδια με νερό.
Каждое утро я опрыскиваю цветы водой. · Every morning I spray the flowers with water.
Ο κηπουρός ψέκασε τα φυτά για τα έντομα.
Садовник опрыскал растения от насекомых. · The gardener sprayed the plants for insects.
Θα ψεκάσουν αντισηπτικό στο δωμάτιο.
Они распылят дезинфектант в комнате. · They will spray disinfectant in the room.
Μην ψεκάζεις τόσο δυνατά!
Не брызгай так сильно! · Don't spray so hard!