ψήσιμο
[ˈpsisimo]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
выпечка, пекание
baking · το ψήσιμο του ψωμιού — выпечка хлеба
2
запекание, жарка (мяса, рыбы)
roasting · το ψήσιμο του κοτόπουλου — запекание курицы
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ψήσιμο
вин.
το ψήσιμο
род.
του ψησίματος
зват.
ψήσιμο
Мн. ч.
им.
τα ψησίματα
вин.
τα ψησίματα
род.
των ψησιμάτων
зват.
ψησίματα
Примеры
Το ψήσιμο του ψωμιού διαρκεί σαράντα λεπτά.
Выпечка хлеба длится сорок минут. · The baking of bread takes forty minutes.
Το ψήσιμο του κοτόπουλου ήταν πολύ νόστιμο.
Запеченная курица была очень вкусной. · The roasted chicken was very tasty.
Προτιμώ το ψήσιμο από το βράσιμο των λαχανικών.
Я предпочитаю запекание овощей варке. · I prefer roasting vegetables to boiling them.