ψάξιμο
[ˈpsaksimo]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
поиск, поиски
search, searching · ψάξιμο για κλειδί — поиск ключа
2
расследование, следствие
investigation, inquiry · ψάξιμο για την αλήθεια — расследование в поисках истины
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ψάξιμο
вин.
το ψάξιμο
род.
του ψαξίματος
зват.
ψάξιμο
Мн. ч.
им.
τα ψαξίματα
вин.
τα ψαξίματα
род.
των ψαξιμάτων
зват.
ψαξίματα
Примеры
Το ψάξιμο για την αγνοούμενη γάτα κράτησε ώρες.
Поиск пропавшей кошки длился часами. · The search for the missing cat lasted for hours.
Αρχίσαμε το ψάξιμο στον υπόγειο χθες το πρωί.
Мы начали поиски в подвале вчера утром. · We started searching in the basement yesterday morning.
Τα ψαξίματα της αστυνομίας ήταν πολύ σχολαστικά.
Расследования полиции были очень тщательными. · The police investigations were very thorough.