Греческий словарь
с грамматикой

χώνω

[ˈxono]глаголB1

Значения

1
совать, засовывать, втискивать
to shove, to thrust, to cram · χώνω το κλειδί στην τσέπη — совать ключ в карман
2
прятать, скрывать
to hide, to conceal · χώνει τα χρήματα κάτω από το κρεβάτι — прячет деньги под кроватью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χώνω
εσύ
χώνεις
αυτός
χώνει
εμείς
χώνουμε
εσείς
χώνετε
αυτοί
χώνουν
Аорист
εγώ
έχωσα
εσύ
έχωσες
αυτός
έχωσε
εμείς
έχωσαμε
εσείς
έχωσατε
αυτοί
έχωσαν
Будущее
εγώ
θα χώσω
εσύ
θα χώσεις
αυτός
θα χώσει
εμείς
θα χώσουμε
εσείς
θα χώσετε
αυτοί
θα χώσουν

Примеры

Χώνει τα χρήματα στην τσάντα του.
Он совает деньги в свою сумку. · He shoves the money into his bag.
Έχωσα τα έγγραφα κάτω από το ντουλάπι.
Я спрятал документы под шкаф. · I hid the documents under the cupboard.
Θα χώσουν το κιβώτιο στο αποθήκη.
Они засунут коробку на склад. · They will stash the box in the warehouse.
Χώσε αυτά τα πράγματα στο δωμάτιό σου!
Спрячь эти вещи у себя в комнате! · Hide these things in your room!