Греческий словарь
с грамматикой

χύνω

[ˈçino]глаголB1

Значения

1
лить, проливать
to pour, to spill · χύνω νερό — лить воду
2
пролить, разливать (жидкость случайно)
to spill (accidentally) · χύνω το κρασί — пролить вино
3
источать, испускать
to shed, to emit · χύνω φως — излучать свет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χύνω
εσύ
χύνεις
αυτός
χύνει
εμείς
χύνουμε
εσείς
χύνετε
αυτοί
χύνουν
Аорист
εγώ
έχυσα
εσύ
έχυσες
αυτός
έχυσε
εμείς
χύσαμε
εσείς
χύσατε
αυτοί
έχυσαν
Будущее
εγώ
θα χύσω
εσύ
θα χύσεις
αυτός
θα χύσει
εμείς
θα χύσουμε
εσείς
θα χύσετε
αυτοί
θα χύσουν

Примеры

Χύνει νερό στο ποτήρι.
Она льёт воду в стакан. · She pours water into the glass.
Έχυσα το κρασί στο τραπέζι.
Я пролил вино на стол. · I spilled wine on the table.
Ο ήλιος χύνει φως πάνω στα βουνά.
Солнце льёт свет на горы. · The sun sheds light on the mountains.
Θα χύσετε το λάδι με προσοχή;
Вы будете осторожно наливать масло? · Will you pour the oil carefully?