Греческий словарь
с грамматикой

χωρητικότητα

[xoɾitiˈkotita]существительноеη · женский родC1

Значения

1
вместимость, объём, вместимое количество
capacity, volume, maximum amount that can be held · η χωρητικότητα του αυτοκινήτου — вместимость автомобиля
2
способность вмещать, пропускная способность (в технике)
capability to hold or accommodate; throughput · η χωρητικότητα του σταδίου είναι 50.000 άτομα — пропускная способность стадиона составляет 50.000 человек

Грамматика

Ед. ч.
им.
η χωρητικότητα
вин.
τη χωρητικότητα
род.
της χωρητικότητας
зват.
χωρητικότητα
Мн. ч.
им.
οι χωρητικότητες
вин.
τις χωρητικότητες
род.
των χωρητικοτήτων
зват.
χωρητικότητες

Примеры

Η χωρητικότητα της αίθουσας είναι διακόσιοι καθέδρες.
Вместимость зала составляет двести мест. · The capacity of the hall is two hundred seats.
Το αεροπλάνο έχει μεγάλη χωρητικότητα επιβατών.
Самолёт имеет большую пассажировместимость. · The aircraft has a large passenger capacity.
Αυξήθηκε η χωρητικότητα του αποθήκευσης δεδομένων.
Увеличилась ёмкость хранилища данных. · The storage capacity of the data centre increased.