Греческий словарь
с грамматикой

χωλεύω

[xoˈlevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
хромать, идти с трудом
to limp, to walk with difficulty · χωλεύει από το ατύχημα — он хромает из-за аварии
2
быть слабым, неэффективным (переносное значение)
to be weak, ineffective; to falter (figurative) · η οικονομία χωλεύει — экономика слаба

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χωλεύω
εσύ
χωλεύεις
αυτός
χωλεύει
εμείς
χωλεύουμε
εσείς
χωλεύετε
αυτοί
χωλεύουν
Аорист
εγώ
χώλεψα
εσύ
χώλεψες
αυτός
χώλεψε
εμείς
χωλέψαμε
εσείς
χωλέψατε
αυτοί
χώλεψαν
Будущее
εγώ
θα χωλέψω
εσύ
θα χωλέψεις
αυτός
θα χωλέψει
εμείς
θα χωλέψουμε
εσείς
θα χωλέψετε
αυτοί
θα χωλέψουν

Примеры

Το παιδί χωλεύει γιατί έχει πονεμένο το πόδι.
Ребёнок хромает, потому что у него болит нога. · The child is limping because his foot hurts.
Ο παππούς μας χώλεψε μετά την πτώση του.
Наш дедушка начал хромать после падения. · Our grandfather started limping after his fall.
Η συνεργασία ανάμεσα στις χώρες χωλεύει χρόνια.
Сотрудничество между странами вот уже годы остаётся слабым. · The cooperation between the countries has been faltering for years.