Греческий словарь
с грамматикой

χτυπώ

[xtiˈpo]глаголA1

Значения

1
бить,ударять
to hit, to strike · χτυπώ την πόρτα — стучу в дверь
2
биться, стучать (о сердце, часах)
to beat, to throb (heart, clock) · η καρδιά χτυπά γρήγορα — сердце бьётся быстро
3
производить впечатление, поражать
to strike, to impress · με χτύπησε η ομορφιά της — её красота произвела на меня впечатление

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χτυπώ
εσύ
χτυπάς
αυτός
χτυπά
εμείς
χτυπάμε
εσείς
χτυπάτε
αυτοί
χτυπάνε
Аорист
εγώ
χτύπησα
εσύ
χτύπησες
αυτός
χτύπησε
εμείς
χτυπήσαμε
εσείς
χτυπήσατε
αυτοί
χτύπησαν
Будущее
εγώ
θα χτυπήσω
εσύ
θα χτυπήσεις
αυτός
θα χτυπήσει
εμείς
θα χτυπήσουμε
εσείς
θα χτυπήσετε
αυτοί
θα χτυπήσουν

Примеры

Χτύπησε την πόρτα και περίμενε.
Он постучал в дверь и ждал. · He knocked on the door and waited.
Η καρδιά μου χτυπά δυνατά.
Моё сердце бьётся сильно. · My heart is beating hard.
Τον χτύπησε το αυτοκίνητο στο δρόμο.
Его сбила машина на дороге. · He was hit by a car on the road.
Μην χτυπάς τα παιδιά, είναι απαγορευμένο.
Не бей детей, это запрещено. · Don't hit the children, it's forbidden.