Греческий словарь
с грамматикой

χτυπάω

[xtɪˈpao]глаголA1

Значения

1
бить, ударять
to hit, to strike · χτυπάω το τραπέζι — я бью по столу
2
стучать
to knock · χτυπάω την πόρτα — стучу в дверь
3
биться (о сердце, пульсе)
to beat, to throb (heart, pulse) · η καρδιά μου χτυπάει — моё сердце бьётся

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χτυπάω
εσύ
χτυπάς
αυτός
χτυπάει
εμείς
χτυπάμε
εσείς
χτυπάτε
αυτοί
χτυπάνε
Аорист
εγώ
χτύπησα
εσύ
χτύπησες
αυτός
χτύπησε
εμείς
χτυπήσαμε
εσείς
χτυπήσατε
αυτοί
χτύπησαν
Будущее
εγώ
θα χτυπήσω
εσύ
θα χτυπήσεις
αυτός
θα χτυπήσει
εμείς
θα χτυπήσουμε
εσείς
θα χτυπήσετε
αυτοί
θα χτυπήσουν

Примеры

Χτύπησα την πόρτα δυο φορές.
Я постучал в дверь два раза. · I knocked on the door twice.
Το παιδί χτυπάει την μπάλα με τη ρακέτα.
Ребёнок бьёт мяч ракеткой. · The child is hitting the ball with a racket.
Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα από την ενθουσιασμό.
Моё сердце бьётся быстро от волнения. · My heart is beating fast from excitement.
Μην χτυπάς τη γάτα!
Не бей кошку! · Don't hit the cat!