Греческий словарь
с грамматикой

χτίζω

[ˈxtizo]глаголB1

Значения

1
строить, возводить (здание, сооружение)
to build, to construct (a building, structure) · χτίζουν ένα σπίτι — строят дом
2
основывать, учреждать (город, организацию)
to found, to establish (a city, organization) · χτίσαν μια πόλη — основали город

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χτίζω
εσύ
χτίζεις
αυτός
χτίζει
εμείς
χτίζουμε
εσείς
χτίζετε
αυτοί
χτίζουν
Аорист
εγώ
χτίσα
εσύ
χτίσες
αυτός
χτίσε
εμείς
χτίσαμε
εσείς
χτίσατε
αυτοί
χτίσαν
Будущее
εγώ
θα χτίσω
εσύ
θα χτίσεις
αυτός
θα χτίσει
εμείς
θα χτίσουμε
εσείς
θα χτίσετε
αυτοί
θα χτίσουν

Примеры

Χτίζουν ένα νέο κτίριο στο κέντρο.
Они строят новое здание в центре. · They are building a new building downtown.
Ο αρχιτέκτονας χτίσε ένα υπέροχο σπίτι.
Архитектор построил замечательный дом. · The architect built a wonderful house.
Αυτή η πόλη χτίστηκε πριν από χίλια χρόνια.
Этот город был основан тысячу лет назад. · This city was founded a thousand years ago.
Θα χτίσουν περισσότερα σπίτια το επόμενο χρόνο.
Они построят ещё дома в следующем году. · They will build more houses next year.