χρωματίζω
[xromaˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
раскрашивать, окрашивать
to color, to paint · χρωματίζω το σχέδιο — раскрашиваю рисунок
2
придавать цвет, наносить краску
to apply color to, to tint · χρωματίζω τοίχους — крашу стены
3
окрашивать волосы
to dye (hair) · χρωματίζω τα μαλλιά — крашу волосы
Грамматика
Настоящее время
εγώ
χρωματίζω
εσύ
χρωματίζεις
αυτός
χρωματίζει
εμείς
χρωματίζουμε
εσείς
χρωματίζετε
αυτοί
χρωματίζουν
Аорист
εγώ
χρωμάτισα
εσύ
χρωμάτισες
αυτός
χρωμάτισε
εμείς
χρωματίσαμε
εσείς
χρωματίσατε
αυτοί
χρωμάτισαν
Будущее
εγώ
θα χρωματίσω
εσύ
θα χρωματίσεις
αυτός
θα χρωματίσει
εμείς
θα χρωματίσουμε
εσείς
θα χρωματίσετε
αυτοί
θα χρωματίσουν
Примеры
Η κόρη μου χρωματίζει το βιβλίο της.
Моя дочка раскрашивает свою книжку. · My daughter is coloring her book.
Χρωμάτισαν τους τοίχους με λευκή μπογιά.
Они покрасили стены белой краской. · They painted the walls white.
Θέλει να χρωματίσει τα μαλλιά της σκούρα.
Она хочет покрасить волосы в тёмный цвет. · She wants to dye her hair dark.
Οι τοίχοι χρωματίζονται κάθε δύο χρόνια.
Стены красят каждые два года. · The walls are painted every two years.