Греческий словарь
с грамматикой

χρυσώνω

[xriˈsono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
золотить, покрывать золотом
to gild, to cover with gold · χρυσώνω ένα πλαίσιο — золочу рамку
2
украшать золотом, делать золотистым
to adorn with gold, to make golden · χρυσώνω τα όρια του βιβλίου — золочу края книги

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χρυσώνω
εσύ
χρυσώνεις
αυτός
χρυσώνει
εμείς
χρυσώνουμε
εσείς
χρυσώνετε
αυτοί
χρυσώνουν
Аорист
εγώ
χρυσώνησα
εσύ
χρυσώνησες
αυτός
χρυσώνησε
εμείς
χρυσώνησαμε
εσείς
χρυσώνησατε
αυτοί
χρυσώνησαν
Будущее
εγώ
θα χρυσώνω
εσύ
θα χρυσώνεις
αυτός
θα χρυσώνει
εμείς
θα χρυσώνουμε
εσείς
θα χρυσώνετε
αυτοί
θα χρυσώνουν

Примеры

Ο χρυσοχόος χρυσώνει τα σκεύη με μεγάλη δεξιοτεχνία.
Золотых дел мастер золотит предметы с большим искусством. · The goldsmith gilds the vessels with great skill.
Χρυσώνησαν τα όρια του παλιού κώδικα για να το διατηρήσουν.
Они позолотили края древней рукописи, чтобы её сохранить. · They gilded the edges of the old manuscript to preserve it.
Θα χρυσώσει το ξύλινο πλαίσιο με χρυσό φύλλο.
Она позолотит деревянную раму золотой фольгой. · She will gild the wooden frame with gold leaf.