Греческий словарь
с грамматикой

χρονοδιάγραμμα

[xronoðiˈaɣrama]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
расписание, график, календарный план
schedule, timetable, timeline · το χρονοδιάγραμμα του έργου — расписание проекта
2
временная шкала, хронология
time frame, chronological sequence · το χρονοδιάγραμμα των γεγονότων — хронология событий

Грамматика

Ед. ч.
им.
το χρονοδιάγραμμα
вин.
το χρονοδιάγραμμα
род.
του χρονοδιαγράμματος
зват.
χρονοδιάγραμμα
Мн. ч.
им.
τα χρονοδιαγράμματα
вин.
τα χρονοδιαγράμματα
род.
των χρονοδιαγραμμάτων
зват.
χρονοδιαγράμματα

Примеры

Το χρονοδιάγραμμα του έργου είναι πολύ αυστηρό.
График проекта очень жёсткий. · The project schedule is very tight.
Πρέπει να ακολουθήσουμε το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήσαμε.
Мы должны придерживаться согласованного расписания. · We must stick to the agreed timetable.
Τα χρονοδιαγράμματα των δύο ομάδων συγκρούονται.
Расписания двух команд конфликтуют. · The two teams' schedules clash.
Ανακοίνωσαν το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του σχεδίου.
Они объявили график реализации плана. · They announced the implementation timeline.