χρονικογράφος
[xronikoˈɣrafos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
летописец, историк, автор хроники
chronicler, historian, author of a chronicle · ο χρονικογράφος της εποχής — летописец той эпохи
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο χρονικογράφος
вин.
τον χρονικογράφο
род.
του χρονικογράφου
зват.
χρονικογράφε
Мн. ч.
им.
οι χρονικογράφοι
вин.
τους χρονικογράφους
род.
των χρονικογράφων
зват.
χρονικογράφοι
Примеры
Ο χρονικογράφος περιέγραψε τα γεγονότα της περιόδου.
Летописец описал события того периода. · The chronicler described the events of that period.
Οι αρχαίοι χρονικογράφοι κατέγραψαν τις πολεμικές εκστρατείες.
Древние летописцы записали военные кампании. · Ancient chroniclers recorded the military campaigns.
Το έργο του χρονικογράφου αποτελεί πολύτιμη ιστορική πηγή.
Труд летописца представляет ценный исторический источник. · The chronicler's work constitutes a valuable historical source.