Греческий словарь
с грамматикой

χριστουγεννιάτικος

[xristuˈɣeniˈatikos]прилагательноеA2

Значения

1
рождественский, связанный с Рождеством
Christmas, relating to Christmas · χριστουγεννιάτικα δώρα — рождественские подарки

Грамматика

мужской род
им.
χριστουγεννιάτικος
вин.
χριστουγεννιάτικο
род.
χριστουγεννιάτικου
зват.
χριστουγεννιάτικε
женский род
им.
χριστουγεννιάτικη
вин.
χριστουγεννιάτικη
род.
χριστουγεννιάτικης
зват.
χριστουγεννιάτικη
средний род
им.
χριστουγεννιάτικο
вин.
χριστουγεννιάτικο
род.
χριστουγεννιάτικου
зват.
χριστουγεννιάτικο

Примеры

Αγόρασα χριστουγεννιάτικα στολίδια για το δέντρο.
Я купил рождественские украшения для ёлки. · I bought Christmas decorations for the tree.
Το χριστουγεννιάτικο πάρτι θα είναι στο σπίτι μας.
Рождественскую вечеринку устроим у себя дома. · We're having the Christmas party at our place.
Της άρεσαν οι χριστουγεννιάτικες μελωδίες.
Ей нравились рождественские мелодии. · She liked the Christmas carols.