Греческий словарь
с грамматикой

χρησιμότητα

[xrisiˈmota]существительноеη · женский родB1

Значения

1
полезность, практическая ценность
usefulness, practical value · η χρησιμότητα ενός εργαλείου — полезность инструмента
2
утилита, вспомогательная программа
utility, auxiliary program · μια χρησιμότητα του υπολογιστή — компьютерная утилита

Грамматика

Ед. ч.
им.
η χρησιμότητα
вин.
τη χρησιμότητα
род.
της χρησιμότητας
зват.
χρησιμότητα
Мн. ч.
им.
οι χρησιμότητες
вин.
τις χρησιμότητες
род.
των χρησιμοτήτων
зват.
χρησιμότητες

Примеры

Η χρησιμότητα του προγράμματος είναι προφανής.
Полезность программы очевидна. · The usefulness of the program is obvious.
Αμφισβητώ τη χρησιμότητα αυτής της μεθόδου.
Я сомневаюсь в практической ценности этого метода. · I question the value of this method.
Οι χρησιμότητες του λειτουργικού συστήματος είναι χρήσιμες.
Утилиты операционной системы полезны. · The system utilities are helpful.