Греческий словарь
с грамматикой

χρησιμεύω

[xrisiˈmevo]глаголB1

Значения

1
быть полезным, служить
to be useful, to serve · χρησιμεύει για εργασία — служит для работы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χρησιμεύω
εσύ
χρησιμεύεις
αυτός
χρησιμεύει
εμείς
χρησιμεύουμε
εσείς
χρησιμεύετε
αυτοί
χρησιμεύουν
Аорист
εγώ
χρησιμέψα
εσύ
χρησιμέψες
αυτός
χρησιμέψε
εμείς
χρησιμέψαμε
εσείς
χρησιμέψατε
αυτοί
χρησιμέψαν
Будущее
εγώ
θα χρησιμεύσω
εσύ
θα χρησιμεύσεις
αυτός
θα χρησιμεύσει
εμείς
θα χρησιμεύσουμε
εσείς
θα χρησιμεύσετε
αυτοί
θα χρησιμεύσουν

Примеры

Αυτό το εργαλείο χρησιμεύει για κοπή.
Этот инструмент служит для резки. · This tool is useful for cutting.
Η γνώση χρησιμεύει στην ζωή μας.
Знание служит нам в жизни. · Knowledge serves us in life.
Χρησιμέψαν σε πολλούς ανθρώπους.
Они пригодились многим людям. · They proved useful to many people.
Θα χρησιμεύσει αυτό το βιβλίο για τη μελέτη.
Эта книга пригодится для учёбы. · This book will be useful for study.