Греческий словарь
с грамматикой

χρηματοκιβώτιο

[xrimaˈtokiˈvotio]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
сейф, сундук для денег
safe, strongbox (for money) · κλειδωμένο χρηματοκιβώτιο — запертый сейф
2
казна, государственная казна
treasury, state treasury · τα χρήματα της χώρας — деньги страны

Грамматика

Ед. ч.
им.
το χρηματοκιβώτιο
вин.
το χρηματοκιβώτιο
род.
του χρηματοκιβωτίου
зват.
χρηματοκιβώτιο
Мн. ч.
им.
τα χρηματοκιβώτια
вин.
τα χρηματοκιβώτια
род.
των χρηματοκιβωτίων
зват.
χρηματοκιβώτια

Примеры

Τα χρήματα είναι ασφαλή στο χρηματοκιβώτιο της τράπεζας.
Деньги в безопасности в банковском сейфе. · The money is safe in the bank's strongbox.
Άνοιξε το χρηματοκιβώτιο με το κλειδί.
Он открыл сейф ключом. · He opened the safe with the key.
Το κράτος χρησιμοποιούσε το χρηματοκιβώτιό του για τα φόρα.
Государство использовало казну для налогов. · The state used its treasury for taxes.