Греческий словарь
с грамматикой

χρηματοδότης

[xrimatoˈðotis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
финансист, спонсор, лицо или организация, предоставляющие финансирование
financier, funder, person or organization providing financial support · ο χρηματοδότης του έργου — спонсор проекта

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο χρηματοδότης
вин.
τον χρηματοδότη
род.
του χρηματοδότη
зват.
χρηματοδότη
Мн. ч.
им.
οι χρηματοδότες
вин.
τους χρηματοδότες
род.
των χρηματοδοτών
зват.
χρηματοδότες

Примеры

Ο χρηματοδότης της έρευνας είναι ιδιωτική εταιρεία.
Спонсор исследования — частная компания. · The research funder is a private company.
Οι χρηματοδότες του κινηματογραφικού έργου προέρχονται από το εξωτερικό.
Финансисты кинопроекта приходят из-за границы. · The film's funders come from abroad.
Χωρίς χρηματοδότη δεν θα ήταν δυνατή η υλοποίηση του σχεδίου.
Без спонсора реализация плана была бы невозможна. · Without a funder, the project could not have been implemented.