Греческий словарь
с грамматикой

χρηματοδοτώ

[xrimatodoˈto]глаголB2

Значения

1
финансировать, предоставлять финансирование
to finance, to fund · χρηματοδοτώ ένα έργο — финансирую проект

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χρηματοδοτώ
εσύ
χρηματοδοτείς
αυτός
χρηματοδοτεί
εμείς
χρηματοδοτούμε
εσείς
χρηματοδοτείτε
αυτοί
χρηματοδοτούν
Аорист
εγώ
χρηματοδότησα
εσύ
χρηματοδότησες
αυτός
χρηματοδότησε
εμείς
χρηματοδοτήσαμε
εσείς
χρηματοδοτήσατε
αυτοί
χρηματοδότησαν
Будущее
εγώ
θα χρηματοδοτήσω
εσύ
θα χρηματοδοτήσεις
αυτός
θα χρηματοδοτήσει
εμείς
θα χρηματοδοτήσουμε
εσείς
θα χρηματοδοτήσετε
αυτοί
θα χρηματοδοτήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση χρηματοδοτεί τα δημόσια έργα.
Правительство финансирует общественные работы. · The government funds public works.
Χρηματοδότησαν το νέο νοσοκομείο με δισεκατομμύρια.
Они профинансировали новую больницу миллиардами. · They financed the new hospital with billions.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα.
Европейский союз финансирует эту исследовательскую программу. · The European Union funds this research programme.