Греческий словарь
с грамматикой

χρηματιστήριο

[xrimatisˈtirio]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
фондовая биржа, биржа ценных бумаг
stock exchange · το χρηματιστήριο Αθηνών — Афинская фондовая биржа

Грамматика

Ед. ч.
им.
το χρηματιστήριο
вин.
το χρηματιστήριο
род.
του χρηματιστηρίου
зват.
χρηματιστήριο
Мн. ч.
им.
τα χρηματιστήρια
вин.
τα χρηματιστήρια
род.
των χρηματιστηρίων
зват.
χρηματιστήρια

Примеры

Το χρηματιστήριο κλείνει στις τέσσερις το απόγευμα.
Биржа закрывается в четыре часа дня. · The stock exchange closes at four in the afternoon.
Οι δείκτες του χρηματιστηρίου ανέβηκαν σήμερα.
Индексы биржи выросли сегодня. · The stock exchange indices rose today.
Πολλοί επενδυτές συναλλάσσονται στα χρηματιστήρια.
Многие инвесторы торгуют на биржах. · Many investors trade on stock exchanges.