Греческий словарь
с грамматикой

χρηματίζω

[xrimaˈtizo]глаголC1

Значения

1
называться, именоваться (в официальном или формальном контексте)
to be called, to be named (in official or formal context) · χρηματίζει πρόεδρος — называется президентом
2
функционировать, действовать в качестве
to function, to serve as, to act in the capacity of · χρηματίζει διευθυντής — функционирует в роли директора

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χρηματίζω
εσύ
χρηματίζεις
αυτός
χρηματίζει
εμείς
χρηματίζουμε
εσείς
χρηματίζετε
αυτοί
χρηματίζουν
Аорист
εγώ
χρημάτισα
εσύ
χρημάτισες
αυτός
χρημάτισε
εμείς
χρηματίσαμε
εσείς
χρηματίσατε
αυτοί
χρημάτισαν
Будущее
εγώ
θα χρηματίσω
εσύ
θα χρηματίσεις
αυτός
θα χρηματίσει
εμείς
θα χρηματίσουμε
εσείς
θα χρηματίσετε
αυτοί
θα χρηματίσουν

Примеры

Χρηματίζει πρόεδρος της εταιρείας εδώ και δέκα χρόνια.
Он называется президентом компании уже десять лет. · He has been called president of the company for ten years.
Ο νέος διορισμένος χρηματίζει αναπληρωτής διευθυντή.
Недавно назначенный называется исполняющим обязанности директора. · The newly appointed person is called acting director.
Χρηματίζουν αυτοί ως εμπειρογνώμονες στο έργο.
Они функционируют в качестве экспертов в проекте. · They serve as experts on the project.