χρεώστης
[xreˈostis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
должник, тот, кто задолжал деньги
debtor, person who owes money · χρεώστης στην τράπεζα — должник перед банком
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο χρεώστης
вин.
τον χρεώστη
род.
του χρεώστη
зват.
χρεώστη
Мн. ч.
им.
οι χρεώστες
вин.
τους χρεώστες
род.
των χρεωστών
зват.
χρεώστες
Примеры
Ο χρεώστης δεν πλήρωσε το δάνειό του.
Должник не погасил свой кредит. · The debtor did not repay his loan.
Υπήρχαν πολλοί χρεώστες κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Во время кризиса было много должников. · There were many debtors during the crisis.
Ο δικηγόρος εκπροσωπούσε τους χρεώστες στη δίκη.
Адвокат представлял должников в суде. · The lawyer represented the debtors in court.