Греческий словарь
с грамматикой

χρειάζω

[xriˈazo]глаголA1

Значения

1
нуждаться в чём-либо, требоваться
to need, to require · χρειάζομαι νερό — мне нужна вода
2
быть необходимым, требоваться (безлично)
to be necessary, to be required (impersonal) · χρειάζεται υπομονή — требуется терпение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χρειάζω
εσύ
χρειάζεις
αυτός
χρειάζει
εμείς
χρειάζουμε
εσείς
χρειάζετε
αυτοί
χρειάζουν
Аорист
εγώ
χρειάστηκα
εσύ
χρειάστηκες
αυτός
χρειάστηκε
εμείς
χρειαστήκαμε
εσείς
χρειαστήκατε
αυτοί
χρειάστηκαν
Будущее
εγώ
θα χρειαστώ
εσύ
θα χρειαστείς
αυτός
θα χρειαστεί
εμείς
θα χρειαστούμε
εσείς
θα χρειαστείτε
αυτοί
θα χρειαστούν

Примеры

Χρειάζομαι ένα φλιτζάνι καφέ.
Мне нужна чашка кофе. · I need a cup of coffee.
Αυτό το έργο χρειάζεται περισσότερο χρόνο.
Эта работа требует больше времени. · This job requires more time.
Χρειάστηκε βοήθεια για να τελειώσει.
Ему нужна была помощь, чтобы закончить. · He needed help to finish.
Δεν χρειάζεσαι να ανησυχείς γι' αυτό.
Тебе не нужно беспокоиться об этом. · You don't need to worry about it.