Греческий словарь
с грамматикой

χορηγώ

[xoriˈɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
спонсировать, финансировать (проект, мероприятие)
to sponsor, to fund (a project, event) · χορηγώ την εκδήλωση — спонсирую мероприятие
2
снабжать, предоставлять (материалы, ресурсы)
to supply, to provide (materials, resources) · χορηγώ υλικά — предоставляю материалы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χορηγώ
εσύ
χορηγείς
αυτός
χορηγεί
εμείς
χορηγούμε
εσείς
χορηγείτε
αυτοί
χορηγούν
Аорист
εγώ
χορήγησα
εσύ
χορήγησες
αυτός
χορήγησε
εμείς
χορηγήσαμε
εσείς
χορηγήσατε
αυτοί
χορήγησαν
Будущее
εγώ
θα χορηγήσω
εσύ
θα χορηγήσεις
αυτός
θα χορηγήσει
εμείς
θα χορηγήσουμε
εσείς
θα χορηγήσετε
αυτοί
θα χορηγήσουν

Примеры

Η εταιρεία χορηγεί τον αθλητικό αγώνα.
Компания спонсирует спортивное состязание. · The company sponsors the sports competition.
Χορήγησαν τα απαραίτητα έγγραφα για την αίτηση.
Они предоставили необходимые документы для заявления. · They provided the necessary documents for the application.
Θα χορηγήσουμε υλικά στους εθελοντές.
Мы будем снабжать добровольцев материалами. · We will supply the volunteers with materials.