χλωρίνη
[xlɔˈri.ni]существительноеη · женский родB1
Значения
1
хлор (химический элемент)
chlorine (chemical element) · χημικό στοιχείο — химический элемент
2
хлорка (дезинфицирующее вещество на основе хлора)
chlorine-based disinfectant; bleach · για καθάρισμα — для уборки
Грамматика
Ед. ч.
им.
η χλωρίνη
вин.
την χλωρίνη
род.
της χλωρίνης
зват.
χλωρίνη
Мн. ч.
им.
οι χλωρίνες
вин.
τις χλωρίνες
род.
των χλωρίνων
зват.
χλωρίνες
Примеры
Η χλωρίνη είναι απαραίτητη για την απολύμανση του νερού.
Хлор необходим для дезинфекции воды. · Chlorine is essential for water disinfection.
Πρόσεχε, η χλωρίνη είναι τοξική για την αναπνοή.
Осторожно, хлорка токсична при вдыхании. · Be careful, chlorine is toxic if inhaled.
Χρησιμοποίησε χλωρίνη για να καθαρίσεις τα πλακάκια του μπάνιου.
Используй хлорку, чтобы почистить плитку в ванной. · Use chlorine to clean the bathroom tiles.