χιονοθύελλα
[çionoˈθiela]существительноеη · женский родB1
Значения
1
снежная буря, метель
snowstorm, blizzard · μια χιονοθύελλα στα βουνά — метель в горах
Грамматика
Ед. ч.
им.
η χιονοθύελλα
вин.
την χιονοθύελλα
род.
της χιονοθύέλλας
зват.
χιονοθύελλα
Мн. ч.
им.
οι χιονοθύελλες
вин.
τις χιονοθύελλες
род.
των χιονοθυελλών
зват.
χιονοθύελλες
Примеры
Η χιονοθύελλα έκλεισε τους δρόμους για ώρες.
Метель закрыла дороги на несколько часов. · The blizzard closed the roads for hours.
Κατά τη διάρκεια της χιονοθύελλας, παρέμεινε στο σπίτι του.
Во время метели он остался дома. · During the snowstorm, he stayed at home.
Οι χιονοθύελλες είναι συνηθισμένες τον Ιανουάριο.
Метели часто случаются в январе. · Snowstorms are common in January.