Греческий словарь
с грамматикой

χιονίζει

[çioˈnizi]глаголA2

Значения

1
идёт снег, снежит
it is snowing, snow is falling · χιονίζει έξω — снег идёт

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χιονίζω
εσύ
χιονίζεις
αυτός
χιονίζει
εμείς
χιονίζουμε
εσείς
χιονίζετε
αυτοί
χιονίζουν
Аорист
εγώ
χιόνισα
εσύ
χιόνισες
αυτός
χιόνισε
εμείς
χιονίσαμε
εσείς
χιονίσατε
αυτοί
χιόνισαν
Будущее
εγώ
θα χιονίσω
εσύ
θα χιονίσεις
αυτός
θα χιονίσει
εμείς
θα χιονίσουμε
εσείς
θα χιονίσετε
αυτοί
θα χιονίσουν

Примеры

Χιονίζει πολύ το χειμώνα στα βουνά.
В горах зимой идёт много снега. · It snows a lot in the mountains in winter.
Έχει χιονίσει όλη τη νύχτα.
Снег шёл всю ночь. · It snowed all night long.
Δεν χιονίζει συχνά στην Αθήνα.
В Афинах редко идёт снег. · It doesn't snow often in Athens.