χημειοθεραπεία
[çimioθɛraˈpia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
химиотерапия (лечение рака с помощью химических препаратов)
chemotherapy (cancer treatment using chemical drugs) · αγωνίζεται κατά τον καρκίνο — борется с раком
Грамматика
Ед. ч.
им.
η χημειοθεραπεία
вин.
τη χημειοθεραπεία
род.
της χημειοθεραπείας
зват.
χημειοθεραπεία
Мн. ч.
им.
οι χημειοθεραπείες
вин.
τις χημειοθεραπείες
род.
των χημειοθεραπειών
зват.
χημειοθεραπείες
Примеры
Η χημειοθεραπεία είναι μια κοινή μέθοδος θεραπείας.
Химиотерапия — это распространённый метод лечения. · Chemotherapy is a common treatment method.
Ο ασθενής υποβλήθηκε σε χημειοθεραπεία για έξι μήνες.
Пациент прошёл курс химиотерапии в течение шести месяцев. · The patient underwent chemotherapy for six months.
Οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας είναι συχνά δύσκολες.
Побочные эффекты химиотерапии часто бывают тяжёлыми. · The side effects of chemotherapy are often difficult.
Πολλές χημειοθεραπείες διατίθενται στο νοσοκομείο.
Много методов химиотерапии доступно в больнице. · Many chemotherapy treatments are available at the hospital.