χερσόνησος
[xersˈonisos]существительноеη · женский родB1
Значения
1
полуостров
peninsula · γη που περικυκλώνεται από θάλασσα — суша, окруженная с трёх сторон водой
Грамматика
Ед. ч.
им.
η χερσόνησος
вин.
την χερσόνησο
род.
της χερσονήσου
зват.
χερσόνησε
Мн. ч.
им.
οι χερσόνησοι
вин.
τις χερσονήσους
род.
των χερσονήσων
зват.
χερσόνησοι
Примеры
Η χερσόνησος της Πελοποννήσου είναι ιστορική περιοχή.
Полуостров Пелопоннес — историческая область. · The Peloponnese peninsula is a historic region.
Στη χερσόνησο ζουν περισσότεροι από δέκα εκατομμύρια κάτοικοι.
На полуострове живёт более десяти миллионов жителей. · More than ten million inhabitants live on the peninsula.
Οι χερσόνησοι της Ανατολικής Ασίας έχουν πλούσια πολιτισμό.
Полуострова Восточной Азии имеют богатую культуру. · The peninsulas of East Asia have a rich culture.