Греческий словарь
с грамматикой

χειρουργώ

[çiruˈrɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
оперировать, делать хирургическую операцию
to operate on, to perform surgery · χειρουργώ ένα ασθενή — оперировать пациента

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χειρουργώ
εσύ
χειρουργείς
αυτός
χειρουργεί
εμείς
χειρουργούμε
εσείς
χειρουργείτε
αυτοί
χειρουργούν
Аорист
εγώ
χειρούργησα
εσύ
χειρούργησες
αυτός
χειρούργησε
εμείς
χειρουργήσαμε
εσείς
χειρουργήσατε
αυτοί
χειρούργησαν
Будущее
εγώ
θα χειρουργήσω
εσύ
θα χειρουργήσεις
αυτός
θα χειρουργήσει
εμείς
θα χειρουργήσουμε
εσείς
θα χειρουργήσετε
αυτοί
θα χειρουργήσουν

Примеры

Ο χειρούργος χειρουργεί τον ασθενή κάθε Τρίτη.
Хирург оперирует пациента каждый вторник. · The surgeon operates on the patient every Tuesday.
Χειρούργησαν με με επιτυχία την περασμένη εβδομάδα.
Мне успешно провели операцию на прошлой неделе. · They operated on me successfully last week.
Θα χειρουργήσουν τον καρπό του χεριού του αύριο.
Завтра ему будут оперировать запястье. · They will operate on his wrist tomorrow.