Греческий словарь
с грамматикой

χειρουργός

[çiroʊrˈɣos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
хирург
surgeon · ο χειρουργός επεμβαίνει — хирург проводит операцию

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο χειρουργός
вин.
τον χειρουργό
род.
του χειρουργού
зват.
χειρουργέ
Мн. ч.
им.
οι χειρουργοί
вин.
τους χειρουργούς
род.
των χειρουργών
зват.
χειρουργοί

Примеры

Ο χειρουργός εξέτασε τον ασθενή προσεκτικά.
Хирург внимательно осмотрел пациента. · The surgeon examined the patient carefully.
Πήγα στον χειρουργό για τη συμβουλή του.
Я пошел к хирургу за его советом. · I went to the surgeon for his advice.
Οι χειρουργοί του νοσοκομείου είναι πολύ έμπειροι.
Хирурги этой больницы очень опытны. · The surgeons at the hospital are very experienced.
Χρειάζεσαι διαφορετικό χειρουργό για αυτή την περίπτωση;
Тебе нужен другой хирург для этого случая? · Do you need a different surgeon for this case?