χειρουργείο
[çiruɾˈɣio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
операционная, хирургический кабинет
operating theatre, surgical suite · στο χειρουργείο του νοσοκομείου — в операционной больницы
2
кабинет хирурга
surgeon's office, surgery · το χειρουργείο του γιατρού — кабинет врача
Грамматика
Ед. ч.
им.
το χειρουργείο
вин.
το χειρουργείο
род.
του χειρουργείου
зват.
χειρουργείο
Мн. ч.
им.
τα χειρουργεία
вин.
τα χειρουργεία
род.
των χειρουργείων
зват.
χειρουργεία
Примеры
Ο ασθενής μεταφέρθηκε στο χειρουργείο.
Больного доставили в операционную. · The patient was taken to the operating theatre.
Το χειρουργείο του γιατρού είναι κλειστό σήμερα.
Кабинет врача сегодня закрыт. · The surgeon's office is closed today.
Δούλευε χειρουργός σε ένα σύγχρονο χειρουργείο.
Он работал хирургом в современной операционной. · He worked as a surgeon in a modern operating suite.