Греческий словарь
с грамматикой

χειροτονώ

[çiroˈtono]глаголC1

Значения

1
голосовать поднятием рук (в собрании)
vote by show of hands; vote (in assembly) · χειροτονώ στη συνέλευση — голосую в собрании
2
избирать поднятием рук; назначать (в христианской церкви)
elect or ordain by raising hands; appoint (in Christian church) · χειροτονώ έναν επίσκοπο — избираю епископа поднятием рук

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χειροτονώ
εσύ
χειροτονείς
αυτός
χειροτονεί
εμείς
χειροτονούμε
εσείς
χειροτονείτε
αυτοί
χειροτονούν
Аорист
εγώ
χειροτόνησα
εσύ
χειροτόνησες
αυτός
χειροτόνησε
εμείς
χειροτονήσαμε
εσείς
χειροτονήσατε
αυτοί
χειροτόνησαν
Будущее
εγώ
θα χειροτονήσω
εσύ
θα χειροτονήσεις
αυτός
θα χειροτονήσει
εμείς
θα χειροτονήσουμε
εσείς
θα χειροτονήσετε
αυτοί
θα χειροτονήσουν

Примеры

Η συνέλευση χειροτόνησε τον νέο πρόεδρο χθες.
Собрание вчера избрало нового президента голосованием. · The assembly elected the new president by vote yesterday.
Χειροτονώ υπέρ της πρότασης αυτής.
Я голосую за это предложение. · I vote in favour of this proposal.
Ο επίσκοπος χειροτόνησε τους νέους διακόνους.
Епископ посвятил новых диаконов. · The bishop ordained the new deacons.