χειροπέδα
[çiroˈpeða]существительноеη · женский родB2
Значения
1
наручники, кандалы на руках
handcuffs, shackles on the wrists · οι αστυνομικοί του έβαλαν χειροπέδες — полицейские надели ему наручники
2
оковы, путы (переносное значение)
chains, fetters (figurative) · χειροπέδες της φτώχειας — оковы бедности
Грамматика
Ед. ч.
им.
η χειροπέδα
вин.
την χειροπέδα
род.
της χειροπέδας
зват.
χειροπέδα
Мн. ч.
им.
οι χειροπέδες
вин.
τις χειροπέδες
род.
των χειροπέδων
зват.
χειροπέδες
Примеры
Ο δράστης φορούσε χειροπέδες στο δικαστήριο.
Подозреваемый предстал в суде в наручниках. · The suspect appeared in court wearing handcuffs.
Του έβαλαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στο τμήμα.
Ему надели наручники и отвезли в отделение. · They put handcuffs on him and took him to the station.
Ήταν δεμένος με χειροπέδες από σίδερο.
Он был скован железными цепями. · He was bound in iron shackles.
Τα όνειρά του ήταν χειροπέδες για την ψυχή του.
Его надежды стали оковами его души. · His hopes became chains binding his soul.