χειρονομία
[çiɾonoˈmia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
жест, жестикуляция, движение рук при речи
gesture, hand gesture, gesticulation · κάνει χειρονομίες όταν μιλάει — он делает жесты, когда говорит
2
мимика, телодвижения в целом
body language, mimicry · η χειρονομία του ήταν επιθετική — его манеры были агрессивны
Грамматика
Ед. ч.
им.
η χειρονομία
вин.
την χειρονομία
род.
της χειρονομίας
зват.
χειρονομία
Мн. ч.
им.
οι χειρονομίες
вин.
τις χειρονομίες
род.
των χειρονομιών
зват.
χειρονομίες
Примеры
Ο δάσκαλος κάνει πολλές χειρονομίες στο μάθημα.
Учитель много жестикулирует на уроке. · The teacher makes many gestures during the lesson.
Η χειρονομία του ήταν απειλητική και προκλητική.
Его манеры были угрожающими и провокационными. · His gestures were threatening and provocative.
Με απλή χειρονομία κάλεσε τον φίλο του.
Простым жестом он позвал друга. · With a simple gesture he called his friend over.
Οι χειρονομίες του ηθοποιού ήταν συγκινητικές.
Движения актёра были трогательны. · The actor's gestures were moving.