χειροκρότημα
[çiroˈkrotima]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
аплодисменты, рукопожатие
applause, clapping · χειροκρότημα από το κοινό — аплодисменты от публики
Грамматика
Ед. ч.
им.
το χειροκρότημα
вин.
το χειροκρότημα
род.
του χειροκροτήματος
зват.
χειροκρότημα
Мн. ч.
им.
τα χειροκροτήματα
вин.
τα χειροκροτήματα
род.
των χειροκροτημάτων
зват.
χειροκροτήματα
Примеры
Το κοινό έδωσε ένα μεγάλο χειροκρότημα.
Публика дала громкие аплодисменты. · The audience gave loud applause.
Ακούστηκαν χειροκροτήματα και φωνές χαράς.
Раздались аплодисменты и радостные возгласы. · Applause and cheers rang out.
Αξίζει τα χειροκροτήματα του κοινού.
Он достоин аплодисментов публики. · He deserves the audience's applause.