Греческий словарь
с грамматикой

χειροκροτώ

[çiroˈkroˈto]глаголA2

Значения

1
аплодировать, хлопать в ладоши
to applaud, to clap · χειροκροτώ τον καλλιτέχνη — аплодирую артисту

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χειροκροτώ
εσύ
χειροκροτάς
αυτός
χειροκροτά
εμείς
χειροκροτούμε
εσείς
χειροκροτάτε
αυτοί
χειροκροτούν
Аорист
εγώ
χειροκρότησα
εσύ
χειροκρότησες
αυτός
χειροκρότησε
εμείς
χειροκροτήσαμε
εσείς
χειροκροτήσατε
αυτοί
χειροκρότησαν
Будущее
εγώ
θα χειροκροτώ
εσύ
θα χειροκροτάς
αυτός
θα χειροκροτά
εμείς
θα χειροκροτούμε
εσείς
θα χειροκροτάτε
αυτοί
θα χειροκροτούν

Примеры

Το κοινό χειροκρότησε τον τραγουδιστή με ενθουσιασμό.
Публика с восторгом аплодировала певцу. · The audience applauded the singer enthusiastically.
Οι θεατές χειροκροτούν στο τέλος της παράστασης.
Зрители аплодируют в конце представления. · The spectators clap at the end of the performance.
Όλοι χειροκρότησαν όταν ανακοίρωσε τα αποτελέσματα.
Все аплодировали, когда он объявил результаты. · Everyone applauded when he announced the results.